Τίκτεται σαρκί ὁ Λόγος
καί ἐν φάτνη τῶν ἀλόγων γεννηθείς ἀνακλίνεται·
τοῦτο συγκατάβασις ἡ ἄκρα,
τοῦτο ἡ φρικτή οἰκονομία![1]
(=Ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ γεννιέται μέ σάρκα καί ἀνακλίνεται στή φάτνη τῶν ἀλόγων· αὐτό εἶναι ἡ ἄκρα συγκατάβασή του, αὐτό εἶναι ἡ φρικτή του οἰκονομία, γιά τή δική μας σωτηρία!)
Φίλτατοι ἀδελφοί ἐν Χριστῷ, τῷ δι’ ἡμᾶς τούς ἀνθρώπους καί διά τήν ἡμετέραν σωτηρίαν κατελθόντι ἐκ τῶν οὐρανῶν καί σαρκωθέντι ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καί Μαρίας τῆς Παρθένου καί ἐνανθρωπήσαντι· φρονῶ ταπεινῶς ὅτι δέν ἦταν τόσο δυσάρεστη γιά τόν Σωτήρα καί Λυτρωτή μας, τόν Κύριο τοῦ παντός, ἡ κατά σάρκα γέννησή του μέσα στή φάτνη τῶν ἀλόγων – διότι οὐκ ἦν αὐτοῖς τόπος ἐν τῷ καταλύματι[2] – ἀφοῦ ἄλλωστε τήν ἐπέλεξε ὁ ἴδιος. Πιό δυσάρεστο θά εἶναι νά μή βρεῖ κι ἐφέτος, κατά τήν ἐπανάληψη τῆς κοσμοσωτήριας ἑορτῆς τῆς Γεννήσεώς του, τόπο γιά νά γεννηθεῖ σέ κάποιες ψυχές δικῶν του τέκνων, δηλαδή χριστιανῶν ὀρθοδόξων, στό ὄνομά του τό πανάγιο βαπτισμένων, καί αὐτόν τόν Χριστόν ἐνδεδυμένων· ἴσως στή δική μου ψυχή, ἴσως στή δική σας… Καί δέν θά βρεῖ τόπο σ’ αὐτές τίς πονηρές καί ζοφερές ἡμέρες μέ τίς ἄνευ προηγουμένου καταχθόνιες μεθοδεύσεις γιά τήν ἀπορθοδοξοποίηση τοῦ λαοῦ μας καί μέ τήν ἐπίσης ἄνευ προηγουμένου νομιμοποίηση τῆς ἀνομίας, κυρίως νομιμοποίηση τοῦ φρικαλέου ἐγκλήματος τῶν ἐκτρώσεων, δηλ. φόνου ἑκατοντάδων χιλιάδων ἀθώων βρεφῶν στή μικρή χώρα μας, ἀποποινικοποίηση τοῦ θανάσιμου ἁμαρτήματος τῆς μοιχείας, αὐτόματο διαζύγιο, συμβίωση ὁμοφυλοφίλων κ.ἄ. Ὁ ἰός τῆς πανώλεθρης ἁμαρτίας εἶναι πού ἀπειλεῖ τό ἀμυντικό μας σύστημα καί αὐτή ἡ ἁμαρτία καί ἀμετανοησία ἀποτελεῖ τήν κυρίως γεννήτρια τῆς θανατηφόρου πανδημίας, πού ἀπειλεῖ ἀκόμη καί τήν ὕπαρξη τῆς ἀνθρωπότητος πάνω στή γῆ μας·
Γι’ αὐτό,
Ἀποκενοῦντες ὡς μύρα τά δάκρυα
τῷ δι’ ἡμᾶς Χριστῷ τικτομένω σαρκί,
σαρκός τάς κηλίδας καθαρίσωμεν
τῷ ἀχράντῳ καθαρῶς προσιόντες.[3]
(=χύνοντας σάν μύρα τά δάκρυα
πρός τόν Χριστό πού σαρκώθηκε γιά χάρη μας,
τῆς σάρκας τίς κηλίδες ἄς καθαρίσουμε,
ὥστε τόν ἄχραντο καθαροί νά προσεγγίσουμε.)
Κι ἔτσι μέ αὐτογνωσία νά τοῦ ποῦμε ταπεινωμένοι:
Ἰησοῦ,
τό χιόνι πού στολίζει τήν ψεύτικη φάτνη μας
εἶναι πιό καθαρό καί πιό λευκό
ἀπό τῆς καρδιᾶς μου τήν ἁγνότητα.
Τί κρίμα!…
καί σούταξα πέρσι τά Χριστούγεννα,
νά μή σέ γιορτάσω πιά
μέ διάκοσμο γιορτινό,
ἀλλά ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ.
Ποιός ὅμως εἶναι ὁ ἑορτασμός ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ;
Νά ἑορτάζουμε κατά τόν ἅγ. Γρηγόριο τόν Θεολόγο, ὄχι σαρκικῶς, ἀλλά θεϊκῶς· ὄχι κοσμικῶς, ἀλλ’ ὑπερκοσμίως· μή στήσουμε χορούς, μή στολίσουμε τούς δρόμους, μήν ἐκθηλύνουμε τή γεύση, μή χαρισθοῦμε στήν ἀφή, μή στολισθοῦμε μέ ἀστραφτερά πετράδια, μέ χρυσάφι λαμπερό, μέ ραψίματα πού ψευτίζουν τό φυσικό κάλλος, μέ γλέντια, μέ μεθύσια, μέ κοίτες κι ἀσέλγειες. Μή συναγωνισθοῦμε στήν κραιπάλη· γιατί γιά μένα κάθε περιττό καί ὄχι ἀναγκαῖο εἶναι κραιπάλη, ὅταν μάλιστα πεινοῦν κάποιοι ἄλλοι [4] (ὅπως συμβαίνει σήμερα)!
Ὅμως οἱ πλεῖστοι συσχηματιζόμαστε μέ τούς ξενόφερτους δυτικότροπους ἑορτασμούς πανηγυρίζοντας ἀλόγως τήν ἄκρα ταπείνωση καί συγκατάβαση τοῦ Θεοῦ Λόγου, πού ἀκριβῶς ἐνανθρώπησε, γιά νά μᾶς λυτρώσει ἀπό τήν ἀλογία τῶν παθῶν:
Ὁ λόγῳ τείνας οὐρανόν
ἀλόγων ἐν φάτνη ἀνακέκλισαι, Χριστέ,
τῆς ἀλογίας τῶν παθῶν ἡμᾶς θέλων ἐκλυτρώσασθαι. [5]
(=Σύ πού μέ τόν λόγο σου δημιούργησες τόν οὐρανό,
στῶν ἀλόγων τή φάτνη ἀνακλίθηκες,
θέλοντας νά μᾶς λυτρώσεις ἀπό τήν ἀλογία τῶν παθῶν).
Ἀλλ’ ἄν ἀλόγως καί παραλόγως, ἀκόσμως καί κοσμικῶς πανηγυρίζουμε, τότε γιορτάζουμε Χριστούγεννα χωρίς Χριστό!…
Γι’ αὐτό,
Καμιά χαρά, κανένα φῶς, καμιά ελπίδα,
μόνο στιγμές-στιγμές μιά φτωχή ἀχτίδα…
Ὁ Ἰησούς ὅμως εὐτυχῶς δέν εἶναι ὁ ἐλθών κάποτε πρίν 2000 τόσα χρόνια, εἶναι ὁ ἐρχόμενος. Ἡ Παρθένος σ ή μ ε ρ ο ν τόν Ὑπερούσιον τίκτει… Σ ή μ ε ρ ο ν γεννᾶται ἐκ Παρθένου…
Ἐλθέ, λοιπόν, τό φῶς τό ἀληθινόν, ἐλθέ, ἡ αἰώνιος ζωή,
ἐλθέ, ὅν ἐπόθησε καί ποθεῖ ἡ ταλαίπωρός μου ψυχή,
ἐλθέ, ὁ μόνος πρός μόνον ὅτι μόνος εἰμί… [6]
Ἐλθέ γιατί δέν ἀγνοῶ, Δέσποτα ποιός εἶσαι καί ἀπό ποιόν ἐξέλαμψες. Ἤ μήπως, ἐπειδή φέρεις τή σάρκα, μοῦ διαφεύγει τῆς ἀστραφτερῆς σου θεότητος ἡ αἴγλη; ἤ μήπως ἀγνοῶ πώς, ἐνῶ βρισκόσουν ὅλος στούς κόλπους τοῦ Πατρός, ἤσουν συγχρόνως ὅλος στά σπλάγχνα τῆς δούλης σου καί μητρός;[7]
Ἡ ἄγνοια κατά τούς θεοφόρους πατέρες εἶναι γενεσιουργός αἰτία τῆς πνευματικῆς ψυχρότητος τοῦ ἀνθρώπου.
Ἔτσι,
Φέτος δέν χιόνισε
κι ὅμως εἶν’ ὅλ’ ἀπό πέρσι πιό κρύα!
Πέρσι, θαρρεῖς,
ὅτι τῶν κακουχουμένων ἀδελφῶν
μ’ ἔκαιγε ὁ πόνος ὁ βαθύς.
Τώρα γύρω καρδιές ψυχρές,
ἐποχῆς παγερῆς…
Διψάω τή θερμή σου ἀνάσα, θεῖο βρέφος.
Φτιασιδωμένο τζάκι ἐμπρός μου· δέν μέ ζεσταίνει.
Πεινάω γιά τήν ἀγάπη σου, Χριστέ μου· μά τή βλέπω παντού
σάν τά βρέφη ἀπό τόν Ἠρώδη
στήν ἐπιτήδευση σφαγμένη.
Ὄντως ἐψύγη ἡ ἀγάπη τῶν πολλῶν, εὐτυχῶς ὄχι ὅλων…
Ἡ καμπάνα τοῦ ἑσπερινοῦ μέ λυτρώνει
καί ἀπό τῶν ματαίων λογισμῶν μέ ἀνυψώνει.
Γιατί ὁ μέγας Χρυσόστομος μέ ἀναπτερώνει: Τά πάντα σκιρτοῦν ἀπό χαρά, διακηρύττει. Θέλω κι ἐγώ νά σκιρτήσω, θέλω νά πανηγυρίσω! Ἐλᾶτε λοιπόν νά γιορτάσουμε, ἐλᾶτε νά πανηγυρίσουμε! Ὁ διάβολος καταισχύνθηκε, ὁ θάνατος καταργήθηκε, ὁ παράδεισος ἀνοίχθηκε!…
Ὅμως κανένας δέν μπορεῖ τοῦ Λυτρωτῆ μας Χριστοῦ τή Σάρκωση καί τή Γέννηση νά χαρεῖ, χωρίς καρδιά καθαρή. Καί ἡ κάθαρση βέβαια τῆς καρδιᾶς (πρῶτο σκαλοπάτι τῆς τρίβαθμης κλίμακας πρός τόν οὐρανό-κάθαρση, φωτισμός, θέωση) μπορεῖ νά ἐπιτευχθεῖ μόνο μέ προσευχή ἀδιάλειπτη, ἄσκηση, καί κατ’ ἐξοχήν μέ τήν εἰλικρινῆ ἐξομολόγηση. Καί πάλι ὁ κήρυξ τῆς μετανοίας ἱερός Χρυσόστομος συνιστᾶ: ἐπίδειξον τά τραύματα τῷ ἰατρῷ· καί ἄλλος κορυφαῖος ἐκκλησιαστικός συγγραφέας βεβαιώνει: ὅποιος ἁμάρτησε, συγχωρεῖται μέ ἄφθονα δάκρυα καί μέ τήν ἐξομολόγηση ὅλων τῶν ἁμαρτιῶν του, χωρίς ντροπή, στόν ἱερέα τοῦ Κυρίου.
Ἀλλά τό κοσμοσωτήριο γεγονός τῆς τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ σαρκώσεως, καί τῆς ἐπί γῆς παρουσίας του καί τοῦ ἀνθρωπίνου γένους τῆς λυτρώσεως ποιητικῶς ὕμνησε ὁ ποιητικώτερος ὅλων τῶν ἁγίων, ὅσιος Συμεών ὁ νέος Θεολόγος, σέ κάποιους ἀπό τούς Ὕμνους θείων Ἐρώτων του. Ἐλάχιστο δεῖγμα μεταγλωττισμένο:
Σύ, πού τῶν πάντων ὡς Θεός, ἔξω τῶν πάντων εἶσαι,
θνητός νά γίνεις δέχθηκες καί νἄρθεις μές στόν κόσμο,
καί, μέ τή σάρκα πού ἔλαβες, Χριστέ, κοντά μας ἦρθες.
Κι ὅπως, μ’ ὅλο πού βρίσκεσαι ψηλά μέ τόν Πατέρα,
εἶσαι ἀπό μᾶς ἀχώριστος, Λόγε, νύχτα καί μέρα,
ἔτσι κι ἐμᾶς τούς δούλους σου, μές στά αἰσθητά πού ζοῦμε
καί τά ὁρατά, μᾶς λύτρωσες καί λαμπρούς μές στόφῶς σου,
μᾶς ἀνεβάζεις μετά σοῦ ψηλά στόν οὐρανό σου!…
Καί μέ τή σάρκα πού ἔλαβες, Χριστέ, κοντά μας ἦρθες, γράφει ὁ θεηγόρος Συμεών, καί συμπληρώνει ὁ Θεσσαλονίκης ἅγ. Γρηγόριος Παλαμάς, ὅτι σκοπός τῆς ἐλεύσεως στή γῆ τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ ἦταν νά φέρει στόν κόσμο τήν εἰρήνη του· πολυπόθητο θεῖο δῶρο πάντα, κατεξοχήν ὅμως σήμερα στόν ταραγμένο τόπο μας καί στήν ταραγμένη μας γῆ, πού μοιάζει σχεδόν ὁλόκληρη σάν ἠφαίστειο, ἕτοιμο νά ἐκραγεῖ:
Ὁ προαιώνιος Λόγος τοῦ Θεοῦ, γράφει ὁ μέγας τῆς Θεσσαλονίκης ἀρχιεπίσκοπος Γρηγόριος, γεννιέται μέ σάρκα σ’ ἕνα σπήλαιο, γιά νά προσφέρει στούς ἀνθρώπους τήν εἰρήνη του. Αὐτή τήν εἰρήνη ἄς τήν φυλάξουμε μέ ὅλη μας τήν δύναμη.
Ἄς εἰρηνεύσουμε πρώτα μέ τόν Θεό πράττοντας τά εὐάρεστα σ’ αὐτόν: ζώντας δηλαδή μέ σωφροσύνη, μέσα στήν ἀλήθεια καί τή δικαιοσύνη.
Ἄς εἰρηνεύσουμε μετά μέ τόν ἑαυτό μας, ὑποτάσσοντας τή σάρκα στό πνεῦμα, γιατί μόνο ἔτσι θά καταστείλουμε τόν ἐμφύλιο πόλεμο, πού μαίνεται μέσα μας.
Ἄς εἰρηνεύσουμε, τέλος, μεταξύ μας ἀνεχόμενοι ὁ ἕνας τόν ἄλλον καί συγχωρῶντας ὁ ἕνας τόν ἄλλον, ὅπως μᾶς συγχώρεσε ὁ Κύριος συγκαταβαίνοντας μέχρις ἐμᾶς γιά χάρη μας.
Κλείνοντας, ἄς δώσουμε καί πάλι τόν λόγο στόν ἁγιώτατο Γρηγόριο Νεοκαισαρείας τόν Θαυματουργό – τόν παλαιότερο ἀπό τούς ἁγίους Γρηγορίους τῆς ἐκκλησίας μας- γιά νά ἐπισφραγίσει μέ τό σπάνιο ρητορικό καί ποιητικό μαζί χάρισμά του, ἐγκωμιάζοντας τή μητρόπολη τῶν ἑορτῶν:
Δέν μπορῶ νά μή σέ προσκυνῶ, τόν προσκυνούμενο ἀπ’ ὅλη τήν κτίση. Δέν μπορῶ νά μή κηρύττω ἐσένα, πού ὁ οὐρανός διά τοῦ ἀστέρος ὑπέδειξε καί ἡ γῆ διά τῶν μάγων ὑποδέχθηκε καί τῶν ἀγγέλων οἱ χοροί ἀνευφημοῦσαν καί οἱ ἀγραυλοῦντες ποιμένες ἀνυμνοῦσαν. Ἐσύ ὁ ἴδιος εἶσαι Θεός καί ἄνθρωπος, ἐπειδή εἶσαι φιλάνθρωπος. Ἐσύ σκήνωσες ἀνάμεσά μας καί φανερώθηκες στούς δούλους σου μέ δούλου μορφή. Ἐσύ εἶσαι ὁ Χριστός, ὁ ἀληθινός Θεός μας!
ΤΟ ΧΑΜΕΝΟ ΠΟΥΛΙ
Ἦταν ἕνα πουλί ζεστό, γελαστό,
γεννήθηκε μαζί μέ τό Χριστό.
Κελαηδοῦσε χρυσές μαργαρίτες.
Βελούδινα πόδια, ρόδινα φτερά,
πηδοῦσε -τί χαρά ! –
στούς ὥμους τῶν γυμνῶν ζητιάνων.
Τό τραγούδι του ἀνάσταινε
παγωμένες καρδιές.
Ὅταν τό κυνήγησαν,
ἄνοιξε τά ροδόφτερά του ὡς τά οὐράνια.
Χάθηκε.
Κι ἦταν τ’ ὄνομά του Ἀ γ ά π η.
(Ὁ Κύριος καί Θεός μας πού δέν ἔ χ ε ι ἀγάπη, ἀλλά ε ἶ ν α ι ἀγάπη, ζητεῖ κι ἀπό ἐμᾶς τά παιδιά του, νά ἔχουμε μεταξύ μας ἀγάπη· Ἐν τούτῳ γνώσονται ὅτι ἐμοί μαθηταί ἐστέ, ἐάν ἀγἀπην ἔχητε ἐν ἀλλήλοις[8]. Αὐτό ὑπονοεῖται στό προταχθέν ποίημα «Τό χαμένο πουλί»)
ΣΚΑΚΙ ΣΤΑ ΜΑΡΜΑΡΕΝΙΑ ΑΛΩΝΙΑ
Ἔλα λοιπόν νά παλέψουμε στά μαρμαρένια ἁλώνια.
Δέν τρέμω στή θέα σου,
Δέν εἶμαι οὔτε κἄν Δαβίδ·
Εἶμαι ἕνα τρυφερό νήπιο.
Μά καί σύ δέν εἶσαι πιά, θαρρῶ, Γολιάθ:
Εἶσαι ὁ χάροντας χωρίς «κέντρον».
Ὅταν ἀνοίξει ἡ ἕβδομη σφραγίδα,
θά παίξουμε σκάκι
-δέν ἔμαθα βλέπεις γιόγκα-
οἱ δυό μας, τό βρέφος καί ὁ θάνατος.
Οὔτε κι ἀπό δαῦτο βέβαια καλοξέρω·
Ἀλλά τήν Κυριακή στή βάφτισή μου
μοῦ ἔκαναν δῶρο ἕνα Βασιλιά παράξενο
-δέν τόν ἤξερε, νομίζω, ὁ Μπέργκμαν-
μπορεῖ νά βγαίνει νικητής σ’ ὅλες τίς παρτίδες!
Ἔλα, λοιπόν!
Σέ περιμένω.
Δέν σέ φοβᾶμαι.
Ξέρεις; μοῦ φαίνεται πώς σ’ ἀγαπῶ.
Μά, ναί! Δέν τό θυμᾶσαι;
Τό 33 μ.Χ. γίναμε φίλοι!...
(Σέ αὐτό τό ποίημα διακηρύττεται αἰνιγματωδῶς ὅτι δέν φοβόμαστε τόν ἀόρατο θανατηφόρο κορωνοϊό τῆς λεγόμενης πανδημίας -γράφε θεομηνίας- ὅπως τό βαφτισμένο νήπιο δέν φοβόταν τόν χάρο, τό θάνατο.)
μ. Ἰωνάθαν Ἁγιοσυμεωνίτης
Σημειώσεις:
[1] Ὄρθρος 21 Δεκ.
[2] Λουκ. Β΄ 7
[3] Τριώδιο Ἀποδείπνου 22 Δεκ.
[4] ἅγ. Γρηγόριος Θεολόγος
[5] Κανών Ὄρθρου 23 Δεκ.
[6] ὅσ. Συμεών Ν. Θεολ. Εὐχή Μυστική
[7] ἅγ. Γρηγόριος Νεοκαισαρείας.
[8] Ἰωάν. 13,35

